εύγλωσσος

εὔγλωσσος, -ον (ΑΜ)
βλ. εύγλωττος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -γλωσσος (< γλώσσα), πρβλ. αμφί-γλωσσος, ηδύ-γλωσσος)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔγλωσσος — good of tongue masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγλωττότερον — εὔγλωσσος good of tongue adverbial comp (attic) εὔγλωσσος good of tongue masc acc comp sg (attic) εὔγλωσσος good of tongue neut nom/voc/acc comp sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγλώττως — εὔγλωσσος good of tongue adverbial (attic) εὔγλωσσος good of tongue masc/fem acc pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔγλωσσον — εὔγλωσσος good of tongue masc/fem acc sg εὔγλωσσος good of tongue neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔγλωττον — εὔγλωσσος good of tongue masc/fem acc sg (attic) εὔγλωσσος good of tongue neut nom/voc/acc sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγλωττοτέρους — εὔγλωσσος good of tongue masc acc comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγλωττοτέρως — εὔγλωσσος good of tongue masc acc comp pl (attic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγλωττότατος — εὔγλωσσος good of tongue masc nom superl sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγλωττότεροι — εὔγλωσσος good of tongue masc nom/voc comp pl (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐγλωττότερος — εὔγλωσσος good of tongue masc nom comp sg (attic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.